ἀμφορῆς

ἀμφορεύς
jar
masc nom pl
ἀμφορεύς
jar
masc nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀμφορῇς — ἀμφί ὁράω Inscr. destombeaux des rois pres subj act 2nd sg (epic doric) ἀμφί ὁράω Inscr. destombeaux des rois pres ind act 2nd sg (epic doric) ἀμφί ὁράω Inscr. destombeaux des rois pres subj act 2nd sg (ionic) ἀνά φορέω repeated pres subj act 2nd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νέω — (I) νέω (Α) 1. πλέω, κολυμπώ 2. μτφ. (για υπόδημα) είμαι δυσανάλογα μεγάλος («ἔνεον ἐν ταῑς ἐμβάσιν», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. νέω < *νέfω συνδέεται με το ρ. νήχω*, αλλά εμφανίζει θέμα με ε , πιθ. αναλογικά προς το πλέω / ἔπλευσα. Μερικοί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.